Η δάφνη του Απόλλωνα ή δάφνη η ευγενής, που κοινώς λέγεται δάφνη ή βάγια, είναι μικρό δέντρο από το οποίο παίρνουμε τα δαφνόφυλλα. Είναι γνωστή από αρχαιοτάτων χρόνων. Με το ίδιο όνομα δάφνη την αναφέρει ο Όμηρος στην Οδύσσεια και τη θεωρεί σαν δέντρο ιερό που ήταν αφιερωμένο στους θεούς και ειδικά στο θεό του Απόλλωνα. Κατά τη μυθολογία, η Δάφνη, που ήταν κόρη της γης και του Πηνειού, μεταμορφώθηκε σε δέντρο όταν ο Απόλλωνας, που την αγαπούσε πολύ προσπάθησε να την αγκαλιάσει. Ο Απόλλωνας τότε για να παρηγορηθεί έκοψε ένα κλαδί από το δέντρο αυτό (δάφνη) και στεφανώθηκε. Αυτό έγινε στην κοιλάδα των Τεμπών, όπου ο θεός κατέφυγε με υπόδειξη του Δία για να καθαριστεί από τη μόλυνση, ύστερα από το φόνο του τέρατος Πύθωνα. Από το στεφάνωμα αυτό του Απόλλωνα επικράτησε στη συνέχεια και η συνήθεια να στεφανώνουν με κλαδιά δάφνης οι Έλληνες και αργότερα οι Ρωμαίοι τους ήρωες και τους νικητές.
Το πρώτο µέληµα για τους βιοκαλλιεργητές είναι το έδαφος, το οποίο πρέπει να είναι αφράτο ώστε να κυκλοφορεί ο αέρας, και ικανό να συγκρατεί µεγάλες ποσότητες νερού.
Αυτό επιτυγχάνεται µε την προσθήκηοργανικήςουσίας, που στοχεύει στη βελτίωση της εδαφικής γονιµότητας και ταυτόχρονα στη βελτίωση της υφής και δοµής του εδάφους ενώ παράλληλα προάγει την ανάπτυξη των µικροοργανισµών στο έδαφος και έτσι διευκολύνεται η πρόσληψη θρεπτικών στοιχείων από τα δέντρα µε στόχο την εξασφάλιση µιας σταθερής τροφοδοσίας τους µε θρεπτικά στοιχεία σε όλη την διάρκεια του χρόνου.
Για τον εμπλουτισμό του εδάφους με οργανική ουσία & με τα υπόλοπα απαιτούμενα θρεπτικά στοιχεία, ακολουθούνται οι εξής διαδικασίες:
α.1) ΧΛΩΡΗ ΛΙΠΑΝΣΗ: Τον Οκτώβριο γίνονται σπορές ψυχανθών, για χλωρή λίπανση (συνήθως βίκος, λούπινο, κουκιά, ή µείγµα βίκου µε κριθάρι, κλπ). Για την κάλυψη ενός στρέµµατος απαιτούνται 12-13Kg σπόρου.
Η χλωρή λίπανση κόβεται, ψιλοτεµαχίζεται με καταστροφέα ή ενσωµατώνεται µε φρεζάρισµα µε µεγάλη ταχύτητα και πολύ ψηλά τη φρέζα για τη µείωση όσο το δυνατόν της καταστροφής των επιφανειακών ριζιδίων. Η κοπή γίνεται με την εμφάνιση των πρώτων ανθέων των ψυχανθών και οπωσδήποτε 15 µέρες πριν την άνθιση των ελιών γιατί θα πρέπει οι µικροοργανισµοί να αρχίσουν να δουλεύουν στο έδαφος για την αφοµοίωση της χλωρής λίπανσης.
Η χλωρή λίπανση, εκτός του ότι εφοδιάζει το έδαφος µε οργανική ουσία, το εµπλουτίζει επίσης µε θρεπτικά συστατικά, ιδίως όταν τα φυτά που χρησιµοποιούνται για το σκοπό αυτό είναι ψυχανθή. Τα θρεπτικά αυτά συστατικά αποθηκεύονται µέσα στη φυτική µάζα και δεν αποµακρύνονται µε τις εκπλύσεις. Αποδίδονται στο έδαφος σταδιακά µε την αποσύνθεση της οργανικής ύλης.
Επίσης καλύπτει το έδαφος, προωθώντας το σχηµατισµό της δοµής και περιορίζει τη διάβρωση. Μειώνει την έκπλυση των θρεπτικών στοιχείων του εδάφους, αξιοποιεί το βρόχινο νερό µε τη δηµιουργία
φυτικής µάζας και συµβάλει στη χαλάρωση του εδάφους, κυρίως του υπεδάφους. Με τη χλωρή λίπανση µπορεί να γίνει καταπολέµηση των ζιζανίων εξαιτίας του ανταγωνισµού και της στέρησης του φωτός και µείωση της προσβολής από νηµατώδεις.
α.2) Η κοπριάαποτελούσε εδώ και αιώνες την µοναδική πηγή θρεπτικών ουσιών για τις καλλιέργειες, αφού σε γενικές γραµµές ένας τόνος κοπριά ανά στρέµµα (75% υγρασία), εφοδίαζε µε 4-5 κιλά αζώτου, 2-3 κιλά φωσφόρου (P O ), 7, 0Kg καλίου(K O), 6-7 κιλά CaO και 2 κιλά
MgO. Βέβαια, τότε η κοπριά στοίχιζε φτηνά αφού κάθε νοικοκυριό είχε τα δικά του ζώα ή µπορούσε να βρει εύκολα και φθηνά τις απαιτούµενες ποσότητες κοπριάς. Η κοπριά όµως δεν είναι πλέον φθηνή λιπαντική ύλη, ούτε εύκολα διαθέσιµη και εποµένως πολλές φορές δεν αποτελεί και την καλύτερη λύση για τον παραγωγό. Η κοπριά πρέπει να χωνεύεται καλά, πριν ενσωµατωθεί στο έδαφος. Μετά τη χώνεψη τα θρεπτικά στοιχεία που περιέχει η κοπριά είναι σε προσλήψιµες µορφές. Με τη διαδικασία της χώνεψης καταστρέφονται οι σπόροι των ζιζανίων και των διαφόρων παθογόνων, αλλά χάνεται και µέρος των θρεπτικών της στοιχείων. Εξίσου σηµαντικές είναι και οι ποσότητες ιχνοστοιχείων που περιέχει, όπως φαίνεται από τον Πίνακα που ακολουθεί.
Η εφαρµογή της κοπριάς στους ελαιώνες πραγµατοποιείται κατά κανόνα κάθε δύο χρόνια σε δόσεις από 3-5 τόνους/στρ αρχικά και 2-3τόνους/στρ. στη συνέχεια. Συχνότερες αλλά µικρότερες δόσεις δείχνουν να είναι αποτελεσµατικότερες απ’ό,τι οι µεγάλες δόσεις που εφαρµόζονται σε µεγαλύτερα χρονικά διαστήµατα.
Σε αµµώδη εδάφη που αερίζονται έντονα η κοπριά πρέπει να παραχώνεται σε βάθος 15-20cm, ώστε να ποφεύγεται η ταχύτατη αποδόµησή της. Αντίθετα σε κακώς αεριζόµενα βαριά εδάφη πρέπει να ενσωµατώνεται επιφανειακά (5-10cm). Σε περιοχές µε ιγοστές βροχοπτώσεις αποδείχτηκε ότι τα παράχωµα της κοπριάς σε βάθος 25cm επιδρά πιο ευεργετικά στην αξιοποίηση του αζώτου από τα φυτά, σε σύγκριση µε το παράχωµα στα 12cm βάθος.
Η κοπριά έχει υπολειµµατική δράση, γι’αυτό συνίσταται να εναλλάσονται ανά έτος µε χλωρή λίπανση.. Αυτό παρατηρείται κυρίως µε το άζωτο, που αξιοποιείται από τα φυτά σε ποσοστό περίπου 30% τον πρώτο χρόνο και σε ποσοστό 10% περίπου τον δεύτερο χρόνο.Πιο κατάλληλη εποχή για λίπανση με κοπριά , είναι το φθινόπωρο, για να µπορέσει να αξιοποιήσει όσο καλύτερα γίνεται τις χειµερινές βροχοπτώσεις, να διαλυθεί και να αφοµοιωθεί από τα δέντρα.
α.3) Κοµπόστ. Είναι ένα άλλο είδος οργανικού λιπάσµατος, που παράγεταιµε την αερόβια βιολογική αποδόµηση οργανικών υπολειµµάτων και τη µετατροπή τους σε χούµο, σε ουσίες σχετικά σταθερές, καθώς επίσης και στο σχηµατισµό αργιλλο-χουµικών συµπλόκων. Για την παραγωγή του κοµπόστ µπορούν να χρησιµοποιηθούν κοπριά ζώων και φυτικά υπολείµµατα που είναι εύκολο να βρεθούν στην περιοχή που βρίσκεται η καλλιέργεια. Στις περιοχές της Ελλάδας που καλλιεργούνται εσπεριδοειδή, ελιές και αµπέλια, ο παραγωγός που θέλει να φτιάξει µόνος του κοµπόστ µπορεί να χρησιµοποιήσει τα κλαδιά από το κλάδεµα των εσπεριδοειδών, τα ελαιόφυλλα, την ελαιοπυρήνα, τις κληµατίδες αµπέλων και τα στέµφυλα από τα οινοποιείων. Επίσης µπορούν να χρησιµοποιηθούν υπολείµµατα από εκκοκιστήρια βάµβακος, υπολείµµατα από βιοµηχανίες επεξεργασίας φρούτων, καθώς και φύκια της θάλασσας που προηγουµένως έχουν ξεπλυθεί καλά. Η διαδικασία του κοµπόστινγκ πραγµατοποιείται σε σωρούς µε πλάτος 2-3m, ύψος περίπου 1,5m και µήκος απεριόριστο. Πριν από τη διαµόρφωση των σωρών, το προς χώνευση υλικό τεµαχίζεται σε τεµάχια µήκους 1,5-7,5cm, αν είναι χονδροειδές και προστίθεται νερό, αν είναι απαραίτητο. Με την προετοιµασία αυτή εξασφαλίζονται οι άριστες κατά το δυνατόν συνθήκες υγρασίας, θερµοκρασίας και οξυγόνου για την έναρξη της δράσης της µικροχλωρίδας.Η άριστη υγρασία κυµαίνεται από 40% µέχρι και 60%, ενώ το µέγεθος των τεµαχιδίων θα εξασφαλίσει το απαραίτητο οξυγόνο στο σωρό.
Για να αρχίσει η κοµποστοποίηση τα υπολείµµατα πρέπει να έχουν την κατάλληλη αναλογία σε άζωτο και άνθρακα. Έτσι θα ευνοηθεί ο πολλαπλασιασµός και η αύξηση των µικροοργανισµών. Η άριστη σχέση C/N είναι 25-30. Αυτή η σχέση µπορεί να επιτευχθεί µε την ανάµειξη διάφορων υλικών, που µπορεί να είναι σε άποια αναλογία τρία µέρη από φυτικά υπολείµµατα και ένα µέρος από ζωικάυπολείµµατα.
Αµέσως µετά την διαµόρφωση του σωρού µε το προετοιµασµένο υλικό, αρχίζει η µικροβιακή δράση που µε την απελευθέρωση ενέργειας, η οποία έχει ως αποτέλεσµα την άνοδο της θερµοκρασίας του σωρού. Μετά την πάροδο περίπου 10 ηµερών η θερµοκρασία αρχίζει να πέφτει εξαιτίας της εξάντλησης του διαθέσιµου οξυγόνου.Σε αυτό το σηµείο είναι απαραίτητη η οξυγόνωση του σωρού που επιτυγχάνεται µε το γύρισµα του. Συνολικά χρειάζεται να πραγµατοποιηθούν τρία γυρίσµατα του σωρού και ο χρόνος της διαδικασίας αυτής διαρκεί 8-10 εβδοµάδες.Το κοµπόστ είναι έτοιµο, όταν το προϊόν θρυµµατίζεται σε κατάσταση ξερή και πλάθεται σε υγρή. Το κοµπόστ, όταν δεν έχει ολοκληρωθεί η χώνευσή του, ή όταν δεν είναι πλήρως ώριµο, µπορεί να προκαλέσει στα φυτά διάφορες τροφοπενίες, κυρίως αζώτου και ακόµη φυτοτοξικά συµπτώµατα. Οι τροφοπενίες προκαλούνται από τη συνέχιση της αποδόµησης του µη χωνεµένου κοµπόστ και µετά την προσθήκη του στο έδαφος, που έχει ως αποτέλεσµα την δέσµευση του αζώτου και άλλων στοιχείων από τους αποδοµητικούςολοκλήρωση της χώνευσης, το κόµπόστ να µην χρησιµοποιηθεί για δύο µήνες, ώστε να ωριµάσει. Το ώριµο κοµπόστ δεν ελκύει µύγες,δεν αποβάλει δυσοσµία αλλά µυρίζει ευχάριστα σαν δάσος µετά από βροχή.
Η περιεκτικότητα του κοµπόστ σε θρεπτικά στοιχεία εξαρτάται από τα υλικά που χρησιµοποιήθηκαν ως πρώτες ύλες. Τα ποσοστά των στοιχείων κυµαίνονται από 1-2% σε άζωτο, 0,5-1% σε φώσφορο, 0,5-1% σε κάλιο και υπάρχουν σηµαντικές ποσότητες και σε ιχνοστοιχεία. Για µια ικανοποιητική λίπανση της καλλιέργειας απαιτούνται ποσότητες 1,5-3τόνους/στρ., που µπορεί να πραγµατοποιείται εναλλακτικά µε την κοπριά ή τη χλωρή λίπανση. Μετά την εφαρµογή στην καλλιέργεια έχει διαπιστωθεί ότι το κοµπόστ δίνει το 5-15% των στοιχείων του,ενώ έχει υπολειµµατική δράση τρία χρόνια.
α.4) Συνεχίζοντας µε τη θρέψη, σε περιπτώσεις τροφοπενίας Βορίουεφαρµόζονται διαφυλλικά σκευάσματα φυσικού Βόρακα στη νέα βλάστηση και στην ανθοφορία, ή στις αρχές Άνοιξης διασκορπίζεται σκόνη φυσικού Βόρακα γύρω από τα δένδρα.
Ασθένεια πολύ διαδεδομένη σε όλες τις ελαιοκομικές περιοχές. Προκαλεί εξασθένηση των δένδρων, ξήρανση κλαδιών ή και ολόκληρων δένδρων.
Συμπτώματα: Στα κλαδιά, στον κορμό στις ρίζες και σπανιότερα στα φύλλα σχηματίζονται εξογκώματα (καρκινώματα ή φυμάτια). Η ανάπτυξη των προσβεβλημένων κλαδιών σταματάει και μπορεί να καταλήξει σε ξήρανσή τους. Στους καρπούς παρουσιάζονται κηλίδες με ή χωρίς άλω, λόγω της ανάπτυξης του βακτηρίου στο μεσοκάρπιο. Τελικά το κέντρο των κηλίδων σχίζεται και εξέρχεται βακτηριακό υγρό. Οι κηλίδες είναι συχνά πολυάριθμες με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται η εμπορική τους αξία.
Βιολογία: Η ασθένεια αποδίδεται στο βακτήριο Pseudomonas savastanoi pv.savastanoi. Εκτός από την ελιά, το βακτήριο προσβάλλει το γιασεμί, την πικροδάφνη και τον φράξινο, δημιουργώντας τα χαρακτηριστικά εξογκώματα.Το βακτήριο, που βρίσκεται μέσα στα καρκινώματα βγαίνει όταν αυτά διαβραχούν,μεταφέρεται με τις σταγόνες της βροχής και μολύνει τους φυτικούς ιστούς από πληγές κλαδέματος, ραβδίσματος, χαλαζιού ή παγετού. Οι μολύνσεις γίνονται κυρίως το φθινόπωρο και τον χειμώνα, αλλά και την άνοιξη όταν υπάρχουν βροχές. Οι καρποί μολύνονται από τα φακίδια.Υγρός και βροχερός καιρός, ιδιαίτερα όταν ακολουθείται από χαλαζόπτωση ευνοεί την εκδήλωση της ασθένειας. Οι ποικιλίεςΚαλαμών, Μεγαρίτικη και Θασίτικη της ελιάς θεωρούνται ανθεκτικές.
Αντιμετώπιση: Συνιστάται να αποφεύγεται η εκτέλεση κλαδέματος και η συλλογή με ράβδισμα όταν επικρατεί βροχερός καιρός.
Τα προσβεβλημένα κλαδιά που κόβονται πρέπει να καίγονται και να απολυμαίνονται τα εργαλεία. Συνιστάται επίσης κατά το κλάδεμα να λαμβάνεται φροντίδα για τον καλό αερισμό του εσωτερικού της κόμης. Επίσης σε περίπτωση εγκατάστασης νέου ελαιώνα, θα πρέπει τα δενδρύλλια να είναι εντελώς υγιή. Συνιστώνται ψεκασμοί με χαλκούχα σκευάσματα από το φθινόπωρο μέχρι αρχές άνοιξης και ιδιαίτερα μετά από το κλάδεμα και από παγετό ή χαλάζι.
Ασθένεια πολύ διαδεδομένη σε όλες τις περιοχές που καλλιεργείται η ελιά. Στην Ελλάδα, κάθε χρόνο προκαλεί σοβαρές ζημιές σε περιοχές με πολύ υγρασία. Προκαλεί εξασθένηση των δένδρων, μείωση της παραγωγής μέχρι πλήρους ακαρπίας.
Συμπτώματα: Προσβάλλονται όλα τα πράσινα μέρη του φυτού. Στα φύλλα εμφανίζεται το σύμπτωμα γνωστό ως «μάτι παγωνιού» (γκρίζες νεκρωτικές κηλίδες σε συγκεντρικούς κύκλους με σαφές περίγραμμα), ενώ παρατηρείται και έντονη υλλόπτωση. Προσβάλλονται περισσότερο τα παλαιότερα φύλλα και τα χαμηλότερα μέρη του δένδρου. Η προσβολή των μίσχων και των ποδίσκων των καρπών επιφέρει ανθόρροια και πρόωρη καρπόπτωση.
Παθογόνο -Συνθήκεςανάπτυξης: Η ασθένεια οφείλεται στον μύκητα Spilocea oleagina. Ο μύκητας διαχειμάζει με τη μορφή σπορίων (κονιδίων) στα φύλλα και τους βλαστούς των ήδη προσβεβλημένων δένδρων. Από τα φύλλα αυτά προέρχονται οι μολύνσεις της άνοιξης, οι οποίες είναι λιγότερες από αυτές του φθινοπώρου, διότι το χειμώνα πολλά φύλλα έχουν πέσει και έτσι τα μολύσματα είναι μειωμένα. Το νερό είναι απαραίτητος παράγοντας για την ελευθέρωση, διασπορά και βλάστηση των σποριών. Γενικά, η μόλυνση ευνοείται από συνθήκες σχετικά χαμηλών θερμοκρασιών και αυξημένης υγρασίας. Μετά την μόλυνση, ο μύκητας εγκαθίσταται κάτω από την εφυμενίδα και με κατάλληλες συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας εξέρχονται οι κονιδιοφόροι, που αρχικά προσδίδουν βελούδινη υφή στις κηλίδες.
Αντιμετώπιση: Λόγω της μακράς περιόδου μόλυνσης του μύκητα υπάρχει κίνδυνος προσβολής από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Ιούνιο. Απαιτείται προστασία των δένδρων με την εφαρμογή χαλκούχων σκευσμάτων από τις πρώτες προσβολές του φθινοπώρου (1ος ψεκασμός πριν την έναρξη των βροχών, 2ος ψεκασμός μετά απόένα μήνα), μετά το κλάδεμα (3ος ψεκασμός τέλος χειμώνα) και από τις προσβολές της άνοιξης (4ος ψεκασμός), ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες. Επιπλέον, σχετική αντοχή στην ασθένεια φαίνεται ότι παρουσιάζει η ποικιλία "Κορωνέϊκη".